συνιππάζομαι


συνιππάζομαι
ΜΑ, και ενεργ
τ. συνιππάζω Μ
ιππεύω μαζί με ἄλλους, μετακινούμαι έφιππος μαζί με άλλους («συνιππαζομένου Σκύθαις», Πλούτ.)
μσν.
μτφ. συνακολουθώ, παρέπομαι («λόγοι πνευματικοὶ βίον σεμνόν μὴ ἔχοντες συνιππάζοντα στάχυές εἰσιν ἀνεμόφθοροι», Παλλάδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν-* + ἱππάζομαι «ιππεύω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • συνιππάζῃ — συνιππάζομαι ride with pres subj mp 2nd sg συνιππάζομαι ride with pres ind mp 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνιππαζομένου — συνιππάζομαι ride with pres part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνιππαζόμενοι — συνιππάζομαι ride with pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνιππαζόμενος — συνιππάζομαι ride with pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνιππάζετο — συνιππάζομαι ride with imperf ind mp 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνιππάζοντο — συνιππάζομαι ride with imperf ind mp 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνιππάσατο — συνιππάζομαι ride with aor ind mp 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνιππάζω — Μ βλ. συνιππάζομαι …   Dictionary of Greek

  • συνιππεύω — Α [ἱππεύω] συνιππάζομαι* …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.